Γαλλικά » Γερμανικά

I . rien [ʀjɛ͂] ΑΝΤΩΝ indéf emploi sans ne: fam

1. rien (aucune chose):

Ιδιώματα:

2. rien (un petit peu):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文