Γαλλικά » Γερμανικά

imposant(e) [ɛ͂pozɑ͂, ɑ͂t] ΕΠΊΘ

2. imposant (très important):

II . imposer [ɛ͂poze] ΡΉΜΑ intr (inspirer le respect)

III . imposer [ɛ͂poze] ΡΉΜΑ αυτο

2. imposer (être importun):

3. imposer (se faire reconnaître):

4. imposer (se donner comme devoir):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文