Γαλλικά » Γερμανικά

grandeur [gʀɑ͂dœʀ] ΟΥΣ f

2. grandeur sans pl (importance, puissance):

3. grandeur (générosité):

Ιδιώματα:

gewaltig fam

II . grandeur [gʀɑ͂dœʀ]

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文