Γαλλικά » Γερμανικά

I . entreprendre [ɑ͂tʀəpʀɑ͂dʀ] ΡΉΜΑ trans

2. entreprendre fam (s'efforcer de convaincre):

3. entreprendre (courtiser):

II . entreprendre [ɑ͂tʀəpʀɑ͂dʀ] ΡΉΜΑ intr

entreprise [ɑ͂tʀəpʀiz] ΟΥΣ f

1. entreprise (firme):

Firma f
Eigenbetrieb Fachspr.

2. entreprise (activité ou existence d'entrepreneur):

4. entreprise pl littér (menées):

5. entreprise (avances):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文