Γαλλικά » Γερμανικά

I . étranger1 (-ère) [etʀɑ͂ʒe, -ɛʀ] ΟΥΣ m (f)

1. étranger (d'un autre pays):

étranger (-ère)

2. étranger (d'une autre région, d'un autre groupe):

étranger (-ère)
Fremde(r) m

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文