suivi στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για suivi στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

suivi → suivre

1. suivi (maintenu):

3. suivi (apprécié, adopté):

Βλέπε και: suivre

1. suivre:

2. suivre période, incident, dynastie:

3. suivre (aller selon):

4. suivre (se conformer à):

5. suivre (être attentif à):

1. suivre:

2. suivre période, incident, dynastie:

3. suivre (aller selon):

4. suivre (se conformer à):

5. suivre (être attentif à):

Βλέπε και: bonhomme

I.bonhomme <pl bonhommes, bonshommes> [bɔnɔm, bɔ̃zɔm] ΕΠΊΘ

II.bonhomme <pl bonhommes, bonshommes> [bɔnɔm, bɔ̃zɔm] ΟΥΣ inf m

III.bonhomme <pl bonhommes, bonshommes> [bɔnɔm, bɔ̃zɔm]

IV.bonhomme <pl bonhommes, bonshommes> [bɔnɔm, bɔ̃zɔm]

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

Μεταφράσεις για suivi στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

suivi στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για suivi στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Μεταφράσεις για suivi στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
follow a. fig

suivi Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

to have a place on Aus, Brit [or in Am ] a course
Αμερικανικά Αγγλικά

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文