pince στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για pince στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

2. pince (pli cousu):

pince fpl inf:

Βλέπε και: serrer

1. serrer (maintenir vigoureusement) personne:

2. serrer (ajuster) personne:

3. serrer (tenir à l'étroit):

4. serrer (bloquer):

5. serrer (être près de):

6. serrer (rapprocher):

1. serrer (se rapprocher de):

pincé → pincer

Βλέπε και: pincer

2. pincer (attraper):

pince-fesses, pince-fesse <pl pince-fesses> [pɛ̃sfɛs] ΟΥΣ m (fête)

pince-oreilles, pince-oreille <pl pince-oreilles> [pɛ̃sɔʀɛj] ΟΥΣ m

2. pincer (attraper):

pince-monseigneur <pl pinces-monseigneur, pince-monseigneurs> [pɛ̃smɔ̃sɛɲœʀ] ΟΥΣ f (levier)

I.pince-sans-rire [pɛ̃ssɑ̃ʀiʀ] ΕΠΊΘ inv

II.pince-sans-rire <pl pince-sans-rire> [pɛ̃ssɑ̃ʀiʀ] ΟΥΣ mf

Μεταφράσεις για pince στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

pince στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για pince στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

I.pince-sans-rire [pɛ̃ssɑ̃ʀiʀ] ΟΥΣ mf inv

II.pince-sans-rire [pɛ̃ssɑ̃ʀiʀ] ΕΠΊΘ inv

Μεταφράσεις για pince στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

pince Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Αμερικανικά Αγγλικά

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文