mot στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για mot στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

1. mot (gén):

2. mot (paroles):

toucher inf un mot de qc à qn

4. mot INFOR:

mot outil LING
mot plein LING
mot vide LING

Βλέπε και: gros

4. gros (important):

6. gros (fort):

1. gros (plupart):

gros bonnet inf
big wig Brit inf
gros bonnet inf
big shot inf
gros bras inf
gros coup inf
gros cube inf MOTOR, TRANSP
big bike inf
gros cube inf MOTOR, TRANSP
gros cube inf MOTOR, TRANSP
big hog Am inf
gros cul inf
gros gibier CHASSE
gros lard inf
fat slob inf
gros lot JEUX
gros œuvre CONSTR
gros plan CINE
fatso inf
gros rouge inf
red plonk Brit inf
gros rouge inf
gros sel GASTR
gros titre PRESSE
big wig Brit inf
big shot inf
brain box Brit inf
brain inf
to give sb a thick ear Brit inf

mot-valise <pl mots-valises> [movaliz] ΟΥΣ m

mot-racine <pl mots-racines> [moʀasin] ΟΥΣ m

Μεταφράσεις για mot στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
mot à mot
mot à mot

mot στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για mot στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

1. mot (moyen d'expression):

Ιδιώματα:

mot à mot

Μεταφράσεις για mot στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
mot-clic m Québec

mot Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

mot à mot
in dignity form
Αμερικανικά Αγγλικά

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文