feuille στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για feuille στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

1. feuille (d'arbre):

2. feuille (de papier, carton):

3. feuille (de métal, plastique):

Ιδιώματα:

rag inf
tax demand Brit
payslip Brit

Βλέπε και: bon

2. bon (de qualité):

3. bon (supérieur à la moyenne):

4. bon (compétent):

5. bon (avantageux):

à quoi bon?

6. bon (efficace):

7. bon (destiné):

I'm in for a fine inf

8. bon (bienveillant):

vous êtes (bien) bon! iron
il est bon, lui inf! iron

10. bon (utilisable):

II.bon (bonne) [bɔ̃, bɔn] ΟΥΣ m (f) (personne)

2. bon:

bon COM, MARKET (sur un emballage)
token Brit
bon COM, MARKET (sur un emballage)
bon ami dated
bon point lit
bon point fig
bon à rien
bon vivant adj
bonne amie dated
woman péj
old lady inf
bonne à tout faire péj
skivvy inf Brit péj
bonne à tout faire péj

Μεταφράσεις για feuille στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
worksheet SCHOOL
conduct sheet MILIT, NAUT

feuille στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για feuille στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Μεταφράσεις για feuille στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

feuille Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Αμερικανικά Αγγλικά

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文