fasse στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για fasse στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

1. faire (donner, émettre, produire):

3. faire (étudier):

6. faire COM:

8. faire (se fournir en):

9. faire:

10. faire (dans le domaine de la santé):

13. faire (user, disposer de):

14. faire (avoir un effet):

15. faire (entraîner, causer):

16. faire (transformer):

19. faire (tenir le rôle de):

1. faire (agir, procéder):

2. faire (paraître):

7. faire (pour les besoins naturels):

1. faire (confectionner, exécuter, obtenir pour soi):

2. faire (devenir):

8. faire (être produit ou accompli):

9. faire (emploi impersonnel):

faire-valoir <pl faire-valoir> [fɛʀvalwaʀ] ΟΥΣ m

savoir-faire <pl savoir-faire> [savwaʀfɛʀ] ΟΥΣ m

laisser-faire <pl laisser-faire> [lesefɛʀ] ΟΥΣ m

faire-part, fairepart <pl faire-part, faire-parts> [fɛʀpaʀ] ΟΥΣ m

Μεταφράσεις για fasse στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

fasse στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για fasse στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Βλέπε και: faire

4. faire (être l'auteur de):

5. faire (avoir une activité):

8. faire (nettoyer, ranger):

9. faire (accomplir):

14. faire (feindre, agir comme):