court στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για court στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά

1. court (pas long):

Βλέπε και: paille

1. paille FARM:

1. courir SPORT:

4. courir (s'exposer à):

1. courir (gén):

2. courir SPORT:

3. courir (se presser):

4. courir (chercher à rattraper):

8. courir (se mouvoir rapidement):

10. courir (se propager):

Βλέπε και: valoir, lièvre

1. valoir (en termes monétaires) maison, article:

2. valoir (qualitativement):

3. valoir (égaler):

5. valoir (mériter):

7. valoir (avec faire):

court-jus <pl courts-jus> [kuʀʒy] ΟΥΣ m slang

court-circuit <pl court-circuits> [kuʀsiʀkɥi] ΟΥΣ m

court-bouillon <pl courts-bouillons> [kuʀbujɔ̃] ΟΥΣ m

court-courrier <pl court-courriers> [kuʀkuʀje] ΟΥΣ m

court-vêtu (court-vêtue) <mpl court-vêtus> [kuʀvety] ΕΠΊΘ

extra-court (extra-courte) <pl extra-courts, extra-courtes> [ɛkstʀakuʀ, uʀt] ΕΠΊΘ

court στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για court στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

court-bouillon <courts-bouillons> [kuʀbujɔ̃] ΟΥΣ m

court-métrage <courts-métrages> [kuʀmetʀaʒ] ΟΥΣ m CINE

court-circuit <courts-circuits> [kuʀsiʀkɥi] ΟΥΣ m

1. courir a. SPORT:

Ιδιώματα:

Μεταφράσεις για court στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

court Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)