commerce: στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για commerce: στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

1. commerce (magasin):

to run a shop Brit
to run a store Am

3. commerce (activité):

Ιδιώματα:

Βλέπε και: petit

1. petit personne, pied, objet, arbre, entreprise:

3. petit (en âge):

4. petit (en quantité, prix, force):

6. petit (dans une hiérarchie):

7. petit (pour minimiser):

a little favour Brit
give me a ring Brit
to make a fuss of sb Brit

8. petit (en sentiment):

honey inf
a bitch slang

1. petit:

the kids inf

1. petit (jeune animal):

petit aigle ZOOL
petit bleu dated
petit coin inf (toilettes) euph
loo Brit inf
petit coin inf (toilettes) euph
to go to the loo Brit inf
loo Brit inf
to go to the loo Brit inf
petit juif inf
petit quart NAUT
petite annonce PRESSE
petite annonce PRESSE
petite reine SPORT
petites classes inf ECOLE
ludo sg

Μεταφράσεις για commerce: στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

commerce: στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για commerce: στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

1. commerce (activité):

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

Μεταφράσεις για commerce: στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

commerce: Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Αμερικανικά Αγγλικά

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文