chemin στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για chemin στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

1. chemin:

3. chemin (direction, itinéraire, trajet):

4. chemin (tapis):

chemin de fer JEUX

Βλέπε και: Rome, quatre, droit, bonhomme

quatre <pl quatre> [katʀ] ΕΠΊΘ inv ΑΝΤΩΝ ΟΥΣ m

1. droit:

droit aller, rouler:

1. droit (prérogative):

il a eu droit à une amende iron

1. droit (opposé à gauche):

droit fil fig
right of way Brit
labour law Brit
labour law Brit

I.bonhomme <pl bonhommes, bonshommes> [bɔnɔm, bɔ̃zɔm] ΕΠΊΘ

II.bonhomme <pl bonhommes, bonshommes> [bɔnɔm, bɔ̃zɔm] ΟΥΣ inf m

III.bonhomme <pl bonhommes, bonshommes> [bɔnɔm, bɔ̃zɔm]

IV.bonhomme <pl bonhommes, bonshommes> [bɔnɔm, bɔ̃zɔm]

mi-chemin <à mi-chemin> [amiʃmɛ̃] ΕΠΊΡ lit

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

Μεταφράσεις για chemin στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
cable tray INFOR, ELEC

chemin στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για chemin στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

1. chemin:

chemin de fer <chemins de fer> [ʃ(ə)mɛ̃dəfɛʀ] ΟΥΣ m

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

Μεταφράσεις για chemin στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

chemin Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Αμερικανικά Αγγλικά

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文