bouche στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για bouche στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

2. bouche (lèvre):

3. bouche (organe de la parole):

Βλέπε και: vérité, sept, pain, fendre, EAU, cul-de-poule

1. vérité (gén):

2. vérité (affirmation vraie):

sept <pl sept> [sɛt] ΕΠΊΘ inv ΑΝΤΩΝ ΟΥΣ m

1. pain (aliment):

Ιδιώματα:

1. fendre (couper):

2. fendre (ouvrir):

3. fendre (faire un effort financier):

EAU → Émirats

cul-de-poule <pl culs-de-poule ou culs-de-poules> [kydpul] ΟΥΣ m (récipient)

bouché → boucher

1. bouché (obstrué):

1. bouché (contenu de la bouche):

Βλέπε και: boucher2, boucher1

2. boucher:

1. boucher (se fermer):

I.bouch|er1 (bouchère) [buʃe, ɛʀ] ΟΥΣ m (f)

bouche-à-bouche <pl bouche-à-bouche> [buʃabuʃ] ΟΥΣ m

bouche-trou <pl bouche-trous> [buʃtʀu] ΟΥΣ m

bouche-à-oreille <pl bouche-à-oreille> [buʃaɔʀɛj] ΟΥΣ m

I.bouch|er1 (bouchère) [buʃe, ɛʀ] ΟΥΣ m (f)

2. boucher:

1. boucher (se fermer):

Μεταφράσεις για bouche στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

bouche στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για bouche στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

boucher (-ère) [buʃe, -ɛʀ] ΟΥΣ m, f a. péj

Μεταφράσεις για bouche στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

bouche Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Αμερικανικά Αγγλικά

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文