Αγγλικά » Ρωσικά

was [wɒz, Am wɑ:z] ΡΉΜΑ

was pt of be

Βλέπε και: be

I . be <was, been> [bi:] ΡΉΜΑ intr

2. be + adj mental and physical states:

be

3. be (age):

be

12. be in time expressions:

13. be expresses possibility:

can it be that form

I . be <was, been> [bi:] ΡΉΜΑ intr

2. be + adj mental and physical states:

be

3. be (age):

be

12. be in time expressions:

13. be expresses possibility:

can it be that form

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文