Αγγλικά » Γερμανικά

I . young [jʌŋ] ΕΠΊΘ

II . young [jʌŋ] ΟΥΣ

2. young ZOOL (offspring):

young ˈblood ΟΥΣ no pl

young ˈlady ΟΥΣ

2. young lady dated (girlfriend):

Auserwählte f hum geh
Zukünftige f hum

young ˈman ΟΥΣ

2. young man dated (boyfriend):

Auserwählte(r) m hum geh
Zukünftige(r) m hum

young of·ˈfend·er ΟΥΣ Brit LAW

young marshland, new marshland ΟΥΣ

young moraine

young entrepreneur ΟΥΣ HUMRES

Ειδικό λεξιλόγιο

young of·fend·ers' in·sti·ˈtu·tion ΟΥΣ Brit

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文