Αγγλικά » Γερμανικά

I . piece [pi:s] ΟΥΣ

8. piece pej! fam (woman):

Weib nt pej
Tussi f pej sl
piece of tail [or Am ass] vulg sl
Fotze f vulg

9. piece dated fam (gun):

10. piece Am sl (gun):

Knarre f fam

ˈchim·ney piece ΟΥΣ dated

con·ver·ˈsa·tion piece ΟΥΣ

ˈpar·ty piece ΟΥΣ Brit hum

ˈpe·ri·od piece ΟΥΣ

2. period piece (antique):

ˈpiece price ΟΥΣ

ˈpuff piece ΟΥΣ Am JOURN

set ˈpiece ΟΥΣ FILM, LIT, THEAT

ˈthink piece ΟΥΣ JOURN

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文