Αγγλικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „evidencing“ στο λεξικό Αγγλικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Αγγλικά)

I . evi·dence [ˈevɪdən(t)s] ΟΥΣ no pl

best ˈevi·dence ΟΥΣ LAW

cir·cum·stan·tial ˈevi·dence ΟΥΣ esp LAW

evi·dence-based [ˈevɪdən(t)sbeɪst] ΕΠΊΘ

evidence-based research, report, results:

ex·trin·sic ˈevi·dence ΟΥΣ LAW

King's ˈevi·dence ΟΥΣ Brit

Queen's ˈevi·dence ΟΥΣ no pl Brit LAW

duty to provide evidence ΟΥΣ ECOLAW

Ειδικό λεξιλόγιο

evidence of insurance ΟΥΣ INSURANCE

Ειδικό λεξιλόγιο

prima facie evidence ΟΥΣ ECOLAW

Ειδικό λεξιλόγιο

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文