Αγγλικά » Γερμανικά

ap·pear·ance [əˈpɪərən(t)s, Am -ˈpɪr-] ΟΥΣ

2. appearance (in a place):

non-ap·ˈpear·ance ΟΥΣ no pl LAW

appearance of overload T.FLOW

Ειδικό λεξιλόγιο

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文