Αγγλικά » Γερμανικά

I . ab·so·lute [ˌæbsəˈlu:t] ΕΠΊΘ inv

ˈab·so·lute guar·an·ty ΟΥΣ FIN, LAW

de·cree ˈab·so·lute <pl decrees absolute> ΟΥΣ Brit LAW

nomi·na·tive ˈab·so·lute ΟΥΣ LING

absolute guaranty ΟΥΣ ECOLAW

Ειδικό λεξιλόγιο

absolute price ΟΥΣ FINMKT

Ειδικό λεξιλόγιο

absolute suretyship ΟΥΣ ECOLAW

Ειδικό λεξιλόγιο

absolute preferred stock ΟΥΣ FINMKT

Ειδικό λεξιλόγιο

absolute braking distance traffic flow, transport safety

Ειδικό λεξιλόγιο

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文