short-sighted στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για short-sighted στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

2. short-sighted (lacking foresight) fig:

Μεταφράσεις για short-sighted στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

1. affecter (feindre):

1. court (pas long):

Βλέπε και: paille

1. paille FARM:

vu → voir

1. vu (considéré):

1. vu (vision):

2. vu (regard):

3. vu (panorama):

7. vu (projet):

Βλέπε και: voir, point, échange

1. voir (percevoir par les yeux):

2. voir (être spectateur, témoin de):

3. voir (se figurer):

4. voir (juger):

5. voir (comprendre, déceler):

6. voir (constater, découvrir):

7. voir:

8. voir (recevoir, se rendre chez, fréquenter):

voir trans obj.indir. (veiller à):

1. voir (avec les yeux):

2. voir (par l'esprit):