pride στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για pride στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

2. pride (self-respect):

pride
pride μειωτ
orgueil αρσ
her pride was hurt
she has no pride
family pride
national pride
Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
satanic pride, smile

Μεταφράσεις για pride στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
London pride
pride
national pride
to be sb's pride and joy
a flash of pride
misplaced pride, vainglory λογοτεχνικό
his pride is hurt
to pride oneself (de qc on sth)
to take pride (de qc in sth)
pride
to have one's pride
to take pride in sth

pride στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για pride στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
perverse pride

Μεταφράσεις για pride στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
pride
to take pride in sth
pride
one has one's pride
to have pride of place

pride Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

to be one's pride and joy
to have pride of place
Αμερικανικά Αγγλικά

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Αγγλικά
Far from being contrite they seemed to take a pride in being untouchable.
en.wikipedia.org
Once she emerged from what she describes as a state of shell-shock mixed with pride for her political party, the fog moved in.
www.thestar.com
The schools also take pride in supporting their respective drama departments, as well as their bands, pageantry and choir departments.
en.wikipedia.org
While her husband sulked or withdrew with hurt pride from a situation, she came to the forefront to plead his case or cause.
en.wikipedia.org
She is like a lioness of her pride, she will protect her family from anything.
en.wikipedia.org
It refers to the vanity and pride of man.
en.wikipedia.org
He was constantly adoring of them in conversation, brimful of pride and wonder.
www.limerickpost.ie
The slightly lifted head has a sense of pride, whereas her visage is languid and sensual, with parted lips in between defiance and seduction.
en.wikipedia.org
Pride and a certain exultation nourish any physical skill.
america.aljazeera.com
This is interpreted in the school as the more succinct be what you are, reflecting the school's aim to instill pride in its students.
en.wikipedia.org

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski