acquired στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για acquired στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

acquire ειρων husband, lover

Μεταφράσεις για acquired στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
acquired
acquired
acquired knowledge
acquired blindness

acquired στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για acquired στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

Μεταφράσεις για acquired στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
acquired

acquired Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

it's an acquired taste
Αμερικανικά Αγγλικά

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Αγγλικά
He has acquired a correct knowledge of their manner of living, and speaks their language fluently.
en.wikipedia.org
It heals all wounds acquired by its host, replacing the missing tissue and organs with their own bodies as well as reattaching limbs.
en.wikipedia.org
To this end, meaningful learning contrasts with rote learning in which information is acquired without regard to understanding.
en.wikipedia.org
He acquired local respectability, often dining with the wealthiest planters in his parish, and served in several local offices including justice of the peace.
en.wikipedia.org
The analysis and interpretation of the acquired datasets are accompanied by intensive theoretical work.
en.wikipedia.org
Some nationalizations take place when a government seizes property acquired illegally.
en.wikipedia.org
Another archaeological study was completed in 2000 to further research known sites and explore unstudied acquired land.
en.wikipedia.org
So great was his reputation that he was patronized by royalty in many countries and acquired great wealth.
en.wikipedia.org
This was followed by investigations on the inheritance of acquired immunity.
en.wikipedia.org
Researchers found that retroactive interference affects the performance of old motor movements when newly acquired motor movements are practiced.
en.wikipedia.org

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Αναζητήστε "acquired" σε άλλες γλώσσες


Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski