electricity στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για electricity στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

electricity [βρετ ˌɪlɛkˈtrɪsɪti, ˌɛlɛkˈtrɪsɪti, ˌiːlɛkˈtrɪsɪti, αμερικ əˌlɛkˈtrɪsədi] ΟΥΣ κυριολ, μτφ

Μεταφράσεις για electricity στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
(electricity) generator
rent/electricity receipt
électricité ΗΛΕΚ, ΦΥΣ
electricity
electricity bill
to run on electricity
electricity προσδιορ
to bring electricity to
electricity losses

electricity στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για electricity στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
user of gas, electricity
usager(-ère) αρσ (θηλ)
disconnect electricity, gas, telephone
the computer/electricity industry
main electricity
secteur αρσ
turn the electricity off at the mains

Μεταφράσεις για electricity στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

electricity Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

the computer/electricity industry
electricity/telegraph pole
turn the electricity off at the mains
large amounts of electricity
powered by electricity
to turn the water/electricity of at the mains
electricity/water supplies
Αμερικανικά Αγγλικά

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Αγγλικά
Electricity supply was installed, and new oak doors and windows were built in.
en.wikipedia.org
Drilling began in 2011 with electricity being produced from the second half of 2013.
en.wikipedia.org
The project includes a hydroelectric scheme to provide electricity.
en.wikipedia.org
The key regulations with respect to the wholesale and retail electricity competition are at the provincial level.
en.wikipedia.org
A plant producing electricity, heat and cold is called a trigeneration or polygeneration plant.
en.wikipedia.org
The river's heavy flow and its relatively steep gradient gives it tremendous potential for the generation of electricity.
en.wikipedia.org
Although the first phase was not completed until 1975, the station's first generating set began generating electricity in 1974.
en.wikipedia.org
The same year he obtained a patent for the production of electricity and its application for illumination and motion.
en.wikipedia.org
The old school was heated by wood stoves and did not have electricity.
en.wikipedia.org
It also provided electricity for communities along the route.
en.wikipedia.org

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Srpski