Μεταφράσεις για „αγοραστικός“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

αγοραστικ|ός <-ή, -ό> [aɣɔrastiˈkɔs] ΕΠΊΘ

1. αγοραστικός (αναφερόμενος στην απόκτηση είδους):

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.


Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文